Διαβάζω, ψάχνω, καταγράφω, διηγούμαι…
Η Μικρασιατική Καταστροφή υπήρξε η μεγαλύτερη καταστροφή στην ιστορία του ελληνικού έθνους από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Για πρώτη φορά ο ελληνικός κόσμος περιορίστηκε στα γεωγραφικά όρια της Ελλάδας, στον Νότο της Βαλκανικής χερσονήσου και στην Κύπρο. Το δράμα που βίωσαν όλες οι χριστιανικές ομάδες της Ανατολής, υπήρξε ο επίλογος της επώδυνης διαδικασίας αντικατάστασης της πολυεθνικής μουσουλμανικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από εθνικά κράτη. Η αντίστροφη μέτρηση για τους Έλληνες -όπως και για τις υπόλοιπες χριστιανικές ομάδες- είχε αρχίσει με το πραξικόπημα των Νεότουρκων. Τότε χάθηκε οριστικά το μεγάλο στοίχημα για τη δυνατότητα καθιέρωσης ισοπολιτείας μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων. Οι Νεότουρκοι με την πολιτική τους όξυναν την κατάσταση. Ήδη, από το 1911 είχαν αποφασίσει τη γενοκτονία των χριστιανών. Το κόστος της καταστροφής του 1922 ήταν τεράστιο για τον Ελληνισμό της Ανατολής.
Ο Βόλος στην απογραφή του 1920, ήταν μια πόλη 30.046 κατοίκων. Σύντομα η πόλη θα άλλαζε χαρακτήρα και ύφος. Σε διάστημα τεσσάρων ετών δέχτηκε τρία κύματα προσφύγων. Συνολικά υπολογίζονται σε 12.000 οι άνθρωποι που αναγκαστικά βρέθηκαν εδώ. Ψυχές κουρελιασμένες, που φτάνουν σε ξένο τόπο χωρίς τίποτε αναζητώντας μια νέα ζωή αφού η προηγούμενη διακόπηκε τόσο βίαια και ξαφνικά.. Το πρώτο κύμα προσφύγων κατέφθασε το 1921 με την ονομασία <>. Μερικοί από αυτούς μεταφέρθηκαν σε άλλα μέρη της Ελλάδας αλλά αρκετοί παρέμειναν στην πόλη του Βόλου.
Ο Τζορτζ Χόρτον, Αμερικανός πρόξενος στη Σμύρνη την περίοδο των τραγικών γεγονότων, υπολόγισε σε περισσότερους από ένα εκατομμύριο τους Έλληνες που εξοντώθηκαν στο σύνολο του μικρασιατικού χώρου κατά τη διάρκεια των εθνικών εκκαθαρίσεων. Με βάση την οθωμανική απογραφή, οι Έλληνες στον μικρασιατικό χώρο (Δυτική Μικρά Ασία, Πόντος και Καππαδοκία) ξεπερνούσαν τα δυόμισι εκατομμύρια πριν από την έναρξη του Α´ Παγκοσμίου Πολέμου. Η επόμενη καταγραφή τους γίνεται στην Ελλάδα το 1928. Καταγράφονται λίγο περισσότεροι από ένα εκατομμύριο.
Αυτούς οι αρχές της πόλης του στέγασαν προσωρινά , όπως είπαν στο τότε τέρμα της οδού Ιωλκού και Κ. Καρτάλη στην περιοχή Γυμναστηρίου και Τσιμπούκη. Οι απόγονοί τους ζουν ακόμη εκεί . Κάποια σπίτια τους σώζονται ακόμη. Έχουν προκόψει κι αυτοί,όπως έκαναν κι όλοι οι πρόσφυγες με την εργατικότητα και την επιμονή τους.
Το δεύτερο κύμα προσφύγων που ήρθε στην πόλη του Βόλου ήταν και το μεγαλύτερο και το τραγικότερο. Κατέφθασε στο λιμάνι με το πλοίο
Προερχόταν από την κατεστραμμένη Σμύρνη, την αρχόντισσα της Ιωνίας και έφτασαν στο λιμάνι, το Σεπτέμβρη του 1922 Ο θλιβερός απολογισμός αυτών των δυστυχισμένων ανθρώπων ολοκληρώθηκε το φθινόπωρο του 1924 με τον ερχομό των λεγόμενων <>. Η πόλη του Βόλου και η ευρύτερη περιοχή της Μαγνησίας πια είχε να αντιμετωπίσει ένα μεγάλο πρόβλημα. Πού και πώς θα στεγάσει αυτό το πλήθος των αστέγων προσφύγων;
Τους παλιότερους τους εγκατέστησαν σε κάποια παραπήγματα στην οδό Ρήγα Φεραίου. Κάποια από αυτά τα σπίτια σώζονται μέχρι σήμερα .
Οι πολλοί όμως παρέμεναν στοιβαγμένοι στις αποθήκες του λιμανιού περιμένοντας μια βοήθεια για να μπορέσουν να ξαναζήσουν. Έτσι προτάθηκε η λύση του Ξηρόκαμπου.
Η πρόσφατη προώθηση του νόμου, -που ψηφίστηκε από τη Βουλή των Ελλήνων το 1997- για την αναγνώριση της Γενοκτονίας του μικρασιατικού Ελληνισμού με τη σύνταξη και αποστολή προς υπογραφή ενός προεδρικού διατάγματος από τον υπουργό Πολιτισμού κ. Ευ. Βενιζέλο και τον υφυπουργό Εσωτερικών κ. Κ. Καϊσερλή, έφερε στο φως μια από τις πλέον ματωμένες σελίδες της πρόσφατης ιστορίας. Μια σελίδα που πολλοί επιδίωξαν να ξεχαστεί. Όμως στην ιστορία οι σιωπές δεν μπορούν να διατηρηθούν για πάντα. Η ανάπτυξη της κοινωνίας των πολιτών και η ενεργοποίηση των προσφυγικών οργανώσεων, που επιμένουν να υπάρχουν, έφερε τα πρώτα αποτελέσματα. Η καταξίωση της ιστορικής μνήμης και η καταγραφή μιας μεγάλης Γενοκτονίας στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων, βρίσκει πλέον την έκφρασή της με την επίσημη ανακήρυξη της 14ης Σεπτεμβρίου -ημέρα που η Σμύρνη πυρπολήθηκε από τα κεμαλικά στρατεύματα- ως Ημέρα Μνήμης.
Μαύρα κύματα ανθρώπων»
Για το βιβλίο του μίλησε ο συγγραφέας κ. Δημήτρης Σταθαράς – Κωνσταντάρας ο ποίος τόνισε τα εξής: «Το βιβλίο μου χωρίζεται ουσιαστικά σε τρία μέρη: Στο πρώτο μέρος οι Μικρασιάτες πρόσφυγες στο Βόλο και στη Νέα Ιωνία παρουσιάζονται σαν τρία «μαύρα κύματα» ανθρώπων που έφτασαν στο Βόλο σε πρώτη φάση το 1921 από τη Νικομήδεια. Αυτοί μεταφέρθηκαν εδώ από την ίδια την κυβέρνηση προκειμένου ο ελληνικός στρατός να διδάξει απερίσπαστος επιχειρήσεις στην περιοχή. Αυτοί ήταν οικονομικά εύποροι όταν έφτασαν αφού είχαν μπορέσει να μεταφέρουν την κινητή τους περιουσία. Το 1922 έφτασε το 2ο και τραγικότερο μαύρο κύμα από την κατεστραμμένη Σμύρνη και Ιωνία και 1924 από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας (Πόντος – Καπαδοκία) κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών.
Κώστας Γαϊτανάς
Δάσκαλος
1ου Δ.Σχ. Νέας Ιωνίας


