Οι παράγοντες από τους οποίους εξαρτάται η στάθμη, η ποιότητα, η αποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης είναι πολλοί. Ανάμεσα σ΄ αυτούς είναι ο εκπαιδευτικός, η υλικοτεχνική υποδομή, τα προγράμματα και τα βιβλία, η σχέση της με την παραγωγική διαδικασία και την κοινωνική ζωή, η οργάνωση, διοίκηση και λειτουργία των σχολείων. Ο καθένας από αυτούς τους παράγοντες είναι καθοριστικός για την αποδοτικότητα της εκπαίδευσης. Αναντίρρητα, όμως, ο πιο καθοριστικός απ΄ όλους τους παράγοντες ήταν και είναι ο παράγοντας δάσκαλος.΄
Το επάγγελμα του δασκάλου σήμερα δε φαίνεται να έχει απαλλαχτεί από πολλά χαρακτηριστικά του παρελθόντος.
Σε ό,τι αφορά την κοινωνικο-οικονομική προέλευση των δασκάλων οι έρευνες (Βλ. Κασιμάτη Κούλα, Έρευνα για τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της απασχόλησης, ΕΚΚΕ, Αθήνα,1991, σελ. 183) έχουν δείξει ότι προέρχονται από ασθενέστερα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα. Εκτός από το εκπαιδευτικό προσωπικό της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, οι υπόλοιποι εκπαιδευτικοί έχουν λαϊκή καταγωγή και μάλιστα λαϊκότερη από τους εκπαιδευτικούς των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Επιπλέον οι δάσκαλοι της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης έχουν λαϊκότερη καταγωγή σε σχέση με τους καθηγητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (Κάτσικας Χ. -Καββαδίας Γ., Η ελληνική εκπαίδευση στον ορίζοντα του 2000, Αθήνα, εκδ. Gutenberg-Παιδαγωγική Σειρά, 1996, σελ. 145).
Σε έρευνα των Φρειδερίκου-Τσερούλη για τους δασκάλους (Βλ. Φρειδερίκου Α.-Τσερούλη Φ., Οι δάσκαλοι του δημοτικού σχολείου, Ύψιλον, Αθήνα, 1991, σελ. 56) βρέθηκε ότι τα κίνητρα που οδήγησαν στην επιλογή του επαγγέλματος είναι κυρίως εξωτερικές ανάγκες όπως οι βραχύχρονες σπουδές, οι περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες, η δύσκολη ζωή στην επαρχία και η επιθυμία φυγής προς ένα καλύτερο μέλλον, παρά η γνήσια εσωτερική επιθυμία (Κάτσικας Χ.. -Καββαδίας Γ., Η ελληνική εκπαίδευση στον ορίζοντα του 2000, Αθήνα, εκδ. Gutenberg-Παιδαγωγική Σειρά, 1996, σελ. 146).
Αναφερόμενοι στην κοινωνική θέση του εκπαιδευτικού μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε κυριαρχούμενη. Δεν κατέχει μια θέση στον πρωτογενή ή δευτερογενή τομέα, όπου προσδιορίζεται με σαφήνεια η ταξική θέση, αλλά κατέχει μια θέση στον τριτογενή τομέα παραγωγής. Παρέχει εξαρτημένη εργασία στο κράτος, που είναι ο εργοδότης του.
Ο εκπαιδευτικός ως μισθωτός λαμβάνει πενιχρές αμοιβές, ανάλογες με αυτές της πλειοψηφίας των εργαζομένων και βρίσκεται σε θέση κυριαρχούμενη. Κατά συνέπεια στρέφεται πολύ συχνά στην εξάσκηση δεύτερης εργασίας όπως ιδιαίτερα μαθήματα και φροντιστήρια. Όμως, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι παρά τη δεύτερη δουλειά, η συντριπτική πλειοψηφία των εκπαιδευτικών δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη διδασκαλία.
Όσον αφορά την κοινωνική καταξίωση υπάρχει μία διαβάθμιση στις τρεις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Μεγαλύτερης εκτίμησης χαίρουν οι εκπαιδευτικοί της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Ακολουθούν οι άλλες δυο κατηγορίες με ελάχιστη διαφοροποίηση. Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι οι Έλληνες δάσκαλοι αισθάνονται μειωμένο το κοινωνικό τους κύρος σε σχέση με τις άλλες ομάδες των εκπαιδευτικών.
Παρόλα αυτά, την τελευταία δεκαετία παρατηρείται μείωση του γοήτρου, του κύρους και της δύναμης των εκπαιδευτικών, που συμβαδίζει με τον περιορισμό της σπουδαιότητας των βασικών λειτουργιών της δημόσιας εκπαίδευσης, οι οποίες αφορούν την παραγωγή και αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας και των κοινωνικών αντιθέσεων και ανισοτήτων.
Για το πολυάριθμο στρώμα των εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης το κράτος επιφυλάσσει το ρόλο του « υπαλλήλου της ιδεολογίας» και μάλιστα του πειθαρχημένου υπαλλήλου που βρίσκεται σε «διατεταγμένη υπηρεσία». Λειτουργώντας, λοιπόν, ο εκπαιδευτικός μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο του σημερινού σχολείου καταπιέζει και καταπιέζεται. Βλέπει την ιστορία και τον κόσμο με «ξένα μάτια», αυτά της ιδεολογίας της αστικής τάξης και των «ανωτέρων» του. Κι αυτό επαναλαμβάνεται καθημερινά, ώστε να του γίνεται βίωμα.
Ο Έλληνας εκπαιδευτικός , παρ΄ όλα αυτά, επιμένει να συνεχίζει. Εργαζόμενος με έντονη συναισθηματική φόρτιση παραμένει σταθερά λειτουργός. Ο ρόλος του είναι καθοριστικός στη διπλή λειτουργία της εκπαίδευσης: εγχάραξη και αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας από τη μια και επιλογή των εκπαιδευόμενων με ταξικά κριτήρια για την ένταξή τους στην παραγωγική διαδικασία.
Ας προσπαθήσουμε να περιγράψουμε λίγο το δάσκαλο και το ρόλο του στη χώρα μας:
Η απουσία βασικής εκπαίδευσης και κατάρτισης σε σύγχρονα θεωρητικά ζητήματα και μεθόδους διδασκαλίας και επικοινωνίας, η έλλειψη υποβοήθησης του εκπαιδευτικού για προσπάθεια ανάπτυξης του εαυτού του και των δυνατοτήτων του σε μια πορεία δια βίου παιδείας και αυτo-μόρφωσης, τα συμπτώματα της αλλοτρίωσης εξαιτίας του συγκεντρωτισμού της εκπαίδευσης και της επακόλουθης υπαλληλοποίησης του δασκάλου, τον αναγκάζουν να καταφεύγει συνήθως, σε οικεία, δοκιμασμένα πρότυπα, σε μύθους και στερεότυπα, αναπαράγοντας έτσι παλαιότερες αντιλήψεις και πρακτικές που δεν του δίνουν την ευκαιρία δημιουργικής αντιμετώπισης των καθημερινών προβλημάτων.
Λόγω της ασάφειας του ρόλου του και των πολλών και αντιφατικών προσδοκιών που έχουν οι άλλοι από αυτόν, ανάμεσα δηλαδή σε εξωτερικές και εσωτερικές συγκρούσεις, ο εκπαιδευτικός κλονίζεται από αβεβαιότητα.
Παρ’ όλα αυτά μπορεί:
-να επικεντρώνεται στο παιδί ή στο μάθημα
-να είναι επιδέξιος στο να κατανοεί και να χειρίζεται τα παιδιά
-να αξιολογεί το έργο του
-να παρακολουθεί σύντομα επιμορφωτικά προγράμματα πρακτικού
χαρακτήρα
-να έχει γενικά μεγάλη ικανότητα στην τάξη
Αν όμως δεχόμαστε ότι η διδασκαλία είναι κυρίως μια επικοινωνιακή σχέση, ότι οι μαθητές είναι συνεργάτες στη διαδικασία της μάθησης, ότι τα νέα βιβλία και αναλυτικά προγράμματα απαιτούν ερευνητική διάθεση και από τους μαθητές και από τους εκπαιδευτικούς και τέλος ότι η προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη αφορά και τους δυο εταίρους -μαθητές και εκπαιδευτικούς- τότε ο δάσκαλος που όλοι επιθυμούμε θα μπορεί να έχει και τα εξής επιπλέον χαρακτηριστικά:
-να τοποθετεί και να εξετάζει την εργασία του στο ευρύτερο πλαίσιο του
σχολείου, της κοινότητας και της κοινωνίας
-να συμμετέχει σε ποικίλες επαγγελματικές δραστηριότητες π.χ. σε ομάδες
συζήτησης επιστημονικών θεμάτων, σε συνέδρια κτλ.
-να ενδιαφέρεται για τη σύνδεση θεωρίας και πρακτικής
-να αποδέχεται και να υποστηρίζει κάποια θεωρία αναλυτικού προγράμματος
καθώς και ορισμένο τρόπο αξιολόγησης
Η διευρυμένη αυτή έννοια του δασκάλου περιλαμβάνει ασφαλώς το δάσκαλο/σύμβουλο και το δάσκαλο / ερευνητή.
Η ουσιαστική προετοιμασία του εκπαιδευτικού στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση μέσα από διαδικασίες που θα αποσκοπούν στην ανάπτυξή του, η παροχή εκείνης της γνώσης και η απόκτηση εκείνων των δεξιοτήτων που θα τον ετοιμάζουν για τον απαιτητικό ρόλο που θα αναλάβει είναι η πλέον ασφαλής λύση για την προώθηση της ουσιαστικής μάθησης και τη δημιουργία παιδαγωγικού κλίματος στο σχολείο.
Γιατί το κύριο «εργαλείο» που φέρνει ο εκπαιδευτικός στη διδακτική και μαθησιακή συνάντηση είναι ο εαυτός του.
Ο ρόλος του δασκάλου στο σύγχρονο σχολείο της πληροφορίας φυσικά και δεν είναι ο κλασικός κεντρικός ρόλος του ατόμου αυθεντία που απλά μεταφέρει την γνώση χωρίς την διαπραγμάτευση της . Αντίθετα ο ρόλος του είναι να επικοινωνεί με τους μαθητές και να διαπραγματεύεται τα γνωστικά θέματα κατά την διδασκαλία ώστε να προκαλέσει την εμπλοκή τους σε δραστηριότητες με στόχο την επίλυση προβλημάτων μέσω της ανάλυσης τους .
Θα πρέπει να μπορεί να αντιλαμβάνεται τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο σκέφτονται οι μαθητές του για να μπορέσει να προκαλέσει το ενδιαφέρον τους και συνεπώς την ενεργοποίηση τους στη διαδικασία της μάθησης δημιουργώντας τους ένα ισχυρό εσωτερικό κίνητρο. Και τέλος να δημιουργεί δυναμικά μοντέλα των αντιλήψεων των μαθητών για να καταφέρει την τροποποίηση τους.
Τα χαρακτηριστικά του δασκάλου στο σύγχρονο σχολείο της κοινωνίας της πληροφορίας ως προς τις γνώσεις του που πρέπει να τον διακρίνουν είναι κυρίως η εκβάθυνση των γνώσεων του σε θέματα που αφορούν στην φύση της επιστήμης του ώστε να μην γίνετε απλός μεταφορέας της γνώσης αλλά να έχει την δυνατότητα να επιλέγει και να παρουσιάζει επιτυχημένα παραδείγματα κατά την διδασκαλία ώστε η αλληλεπίδραση με τους μαθητές κατά την διάρκεια της να είναι επιτυχημένη.
Τώρα τα χαρακτηριστικά προς τις δεξιότητες του δασκάλου είναι ότι πρέπει να μπορεί επιτυχώς να επικοινωνήσει με τους μαθητές , να αντιλαμβάνεται τον τρόπο σκέψης τους και να έχει την ικανότητα να τους κερδίζει κατά την διάρκεια της αλληλεπίδρασης τους
Ενώ τα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του θα πρέπει να είναι η φιλικότητα απέναντι στον μαθητή και συνάμα η δεκτικότητα του στις απόψεις των μαθητών ώστε να τους ωθεί να τις διαπραγματευτούν μαζί στην τάξη. Μα προπαντός να μην είναι απόμακροι προς τους μαθητές .
Για το σύγχρονο εκπαιδευτικό ανοίγονται τρεις δρόμοι (Κάτσικας Χ. –Καββαδίας Γ., Η εκπαίδευση στον ορίζοντα του 2000, Αθήνα, εκδ. Gutenberg, 1996, σελ. 162-163):
Ø Ο πρώτος είναι ο εύκολος δρόμος της παθητικής αποδοχής των προδιαγραφών του ρόλου, δηλ. των κρατικών επιταγών και εντολών, που καθορίζουν τη λειτουργία του στο σχολείο. Διαλέγοντας αυτό το δρόμο ο εκπαιδευτικός συντελεί στην απρόσκοπτη λειτουργία της εκπαίδευσης και στη διαιώνιση του καπιταλιστικού συστήματος.
Ø Ο δρόμος της παθητικής αντίστασης είναι ο δεύτερος δρόμος, όπου ο δάσκαλος ακολουθώντας είτε το δρόμο της «ατομικής λύσης», είτε προβάλλοντας επουσιώδεις αντιρρήσεις, συντελεί στην επίτευξη των στόχων του εκπαιδευτικού συστήματος.
Ø Ο τρίτος δρόμος είναι αυτός της ενεργητικής-συλλογικής αντίστασης, κατά τον οποίο ο εκπαιδευτικός κάνει συνειδητές αποκλίσεις από το προκαθορισμένο πλαίσιο του ρόλου του και, ασκώντας κριτική στο συνολικό σχολικό πλαίσιο και τη σχέση του με το κοινωνικό, προσπαθεί να φωτίσει τις «αθέατες» πτυχές της εκπαιδευτικής και κοινωνική πραγματικότητας. Συνειδητοποιεί ότι η συλλογική πάλη είναι απαράβατος όρος για ν΄ ανταποκρίνεται η εκπαίδευση στις ανάγκες των νέων και των εργαζομένων για μια κοινωνία όπου η ευτυχία του ενός θα είναι προϋπόθεση και αποτέλεσμα για την ευτυχία όλων.
“Η πολυπρισματική κοινωνική εικόνα του Δασκάλου”.
Virtual School, The sciences of Education Online, τόμος 1, τεύχος 2, Αύγουστος 1998